Την ανάγκη ουσιαστικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και

τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας υπογράμμισε ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, σε παρέμβασή του στο Kontra (25/6/2026), παρουσία του εκπροσώπου Τύπου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Όμηρου Τσάπαλου.

Αναφερόμενος στη νέα πλατφόρμα σύγκρισης τιμών στα σούπερ μάρκετ, τόνισε ότι πρόκειται για ένα μέτρο που μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως εργαλείο πίεσης, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει τη βασική αιτία της ακρίβειας.

Όπως επισήμανε, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην ανεπαρκή εποπτεία της αγοράς και στις μεγάλες διαφορές τιμών που παρατηρούνται ακόμη και για τα ίδια προϊόντα μεταξύ διαφορετικών αλυσίδων, γεγονός που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλληλα, σημείωσε ότι οι συνεχείς προσφορές διαφορετικών προϊόντων από διαφορετικές αλυσίδες καθιστούν πρακτικά αδύνατο για τον καταναλωτή να μετακινείται από κατάστημα σε κατάστημα προκειμένου να εξασφαλίσει τις χαμηλότερες τιμές.

Ο Πρόεδρος του ΕΕΑ υποστήριξε ότι απαιτούνται εντατικότεροι έλεγχοι για την αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας, καθώς και μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, προκειμένου να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και να τονωθεί συνολικά η αγορά.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις επιπτώσεις που δημιουργεί η νέα πλατφόρμα για τις μικρές επιχειρήσεις λιανικής, επισημαίνοντας ότι η προβολή αποκλειστικά των μεγάλων αλυσίδων λειτουργεί ως έμμεση διαφήμισή τους, αφήνοντας εκτός περίπου 50.000 μικρά καταστήματα, τα οποία επίσης εξυπηρετούν καθημερινά τους καταναλωτές.

Σχολιάζοντας τις αυξομειώσεις στις τιμές των καυσίμων, ο κ. Χατζηθεοδοσίου επισήμανε ότι οι αυξήσεις μεταφέρονται σχεδόν άμεσα στην αντλία, ενώ οι μειώσεις καθυστερούν σημαντικά, χαρακτηρίζοντας την πρακτική αυτή χαρακτηριστικό παράδειγμα αισχροκέρδειας.

Ο Πρόεδρος του ΕΕΑ επανέλαβε ότι υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για ουσιαστικές παρεμβάσεις, υποστηρίζοντας ότι το ζητούμενο είναι η δικαιότερη κατανομή των διαθέσιμων πόρων προς όφελος της μεσαίας τάξης και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε, εν όψει και των εξαγγελιών της ΔΕ, σε περισσότερη στήριξη μέσω χαμηλότοκων χρηματοδοτήσεων, μείωση της προκαταβολής φόρου, περαιτέρω φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις.

Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, επισημαίνοντας ότι για τις πολύ μεγάλες οφειλές οι υφιστάμενες ρυθμίσεις δεν επαρκούν, καθώς τα υπέρογκα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις καθιστούν αδύνατη την αποπληρωμή τους. Όπως ανέφερε, απαιτούνται δικαιότερες και περισσότερο βιώσιμες ρυθμίσεις που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να επανέλθουν στην οικονομική δραστηριότητα.

Τέλος, υπογράμμισε ότι η στήριξη της οικονομίας δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά σε μια συνολική αλλαγή πολιτικής, με έμφαση στη δίκαιη κατανομή των πόρων, στην ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στην αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, ώστε να ενισχυθεί ουσιαστικά η βιωσιμότητα της ελληνικής επιχειρηματικότητας.